
«Αφού οι Έλληνες έχουν αποκοπεί από τις ρίζες τους, Κνωσσός, Μυκήνες, Απέλλα, Ακρόπολη, Αγιά Σοφιά, με την αρρωστημένη δήθεν μαρξιστική υποκουλτούρα, που έχει εξοβελίσει την ιστορικά τεκμηριωμένη συνέχεια του έθνους τους από τα σχολεία και τα ΑΕΙ, κάθε βάρβαρος γείτονας μπορεί να τους φτύνει ανενόχλητος.
Και να τους φτύνει ο πιο απολίτιστος λαός του κόσμου, που στα 600 χρόνια παρουσίας στην κατακτημένη περιοχή που ζει δεν έχει παράξει ΟΥΤΕ ΕΝΑ δείγμα πολιτισμού, ζώντας στα αρχιτεκτονήματα των λαών που κατέσφαξε, αντιγράφοντάς τα, πλέκοντας, γνέθοντας, ζωγραφίζοντας αυτά που έκλεψε από τους αυτόχθονες και τους γείτονες που κατέσφαξε, και προσευχόμενος στα ακριβή αντίγραφα των ναών που εσύλησε. Παρουσιάζοντάς τα για δικά του.
Αυτός ο λαός και οι ηγέτες του, που καταλαβαίνουν και σέβονται μόνο μία γλώσσα, αυτή της πυγμής, αντιμετωπίζονται ως φόβητρα από τις δειλές και ανάξιες ελληνικές κυβερνήσεις.
Οι οποίες ξεριζώνουν τα ελληνόπαιδα από τις πατριωτικές τους ρίζες, υποτάσσοντας την παιδεία στα σχολεία και στα πανεπιστήμια σε ένα τυφλωμένο από φανατισμό, τάχα διεθνιστικό και έτσι ανιστόρητο καθηγητικό κατεστημένο, διδάσκοντας την ασυνέχεια του ελληνικού έθνους (με την Επιτροπή Αγγελοπούλου να ετοιμάζεται να εμφυσήσει αυτή την αρρωστίλα σε όλο το λαό) και κόβοντας τα Ομηρικά, τον Περικλή, την ελληνικότητα του Βυζαντίου από τη μετεπαναστατική Ελλάδα. Διδάσκοντας διαρκώς το φόβο του 1897 ως πρότυπο. Μάλλιασε η γλώσσα τους μ’ αυτό.